ΙΕΡΑ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ
Η Εκκλησία μιλάει στα παιδιά της με τη γλώσσα της Ευθύνης, της Αλήθειας και της Αγάπης.
Απρίλιος 1999, τεύχος 23
Οι προκαταλήψεις - Οι μύθοι - Η αλήθεια
Το θέμα της λεγόμενης «εκκλησιαστικής περιουσίας» απετέλεσε για πολλές δεκαετίες αφορμή να απασχοληθεί επί μακρόν η Κοινή Γνώμη, να γίνουν έντονες συζητήσεις μεταξύ εκπροσώπων Εκκλησίας και Πολιτείας, να ψηφισθούν νόμοι, να εξαφθεί η φαντασία των πολλών για δήθεν «αμύθητης αξίας» εκτάσεις Μονών και ευκαίρως-ακαίρως να ψέγεται η Εκκλησία πότε για «κατασπατάληση» και πότε για μη αξιοποίηση της περιουσίας της.
1) Ταιριάζει στην Εκκλησία να έχει περιουσία; Από την ίδρυση της η Εκκλησία οργανώθηκε σε ένα σύνολο φυσικών προσώπων, τα όποια κοινό χαρακτηριστικό γνώρισμα είχαν το ότι ήταν βαπτισμένοι στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος και πίστευαν στον Χριστό. Ως τέτοιο σύνολο, ήταν ικανή να αποκτήσει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Να οργανώσει το φιλανθρωπικό της έργο. Να μεριμνά για τους έχοντες ποικίλες πνευματικές αλλά και υλικές ανάγκες. Να ανεγείρει ναούς για την τέλεση της θείας λατρείας, κτίρια για τη στέγαση των φιλανθρωπικών δραστηριοτήτων της, με μια λέξη να αποκτά περιουσία. Άλλοτε από δωρεές των μελών της, άλλοτε από αγορές. Έτσι σιγά σιγά η Εκκλησία (ναοί, μονές, επισκοπές, και μητροπόλεις, πανάγια προσκυνήματα κ.λπ.) απέκτησε την λεγόμενη «εκκλησιαστική περιουσία».
2) Νομική προστασία της εκκλησιαστικής περιουσίας. Η κινητή και η ακίνητη περιουσία της Εκκλησίας ανέκαθεν απελάμβανε ένα καθεστώς πού είχε το στοιχείο του αναπαλλοτρίωτου. Οι Αποστολικές Διαταγές (Β' 24), οι Αποστολικοί κανόνες (ΛΗ', ΟΗ'), πολλοί κανόνες ιερών Συνόδων (ΙΕ' Άγκυρας, ΚΔ', ΚΕ' Αντιοχείας, ΚΣΤ', ΛΓ' Καρθαγένης, ΚΔ' Χαλκηδόνος, ΜΘ' Τρούλλου, Γ Πρωτοδευτέρας κ.ά.) θεμελιώνουν το αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας «εις το διηνεκές», διότι την χαρακτηρίζουν πράγμα ιερό πού ανήκει στον Θεό. Καθόλη τη διάρκεια της ένδοξης Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ήδη από τους χρόνους του Ιουστινιανού (6ος αιώνας), απαγορευόταν η εκποίηση ακινήτων της Εκκλησίας, ιδίως των ευαγών ιδρυμάτων και των μονών της, καθώς και κάθε πράξη πού θα είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί η αξία της ιδιοκτησίας αυτής, εκτός αν γινόταν για προφανές όφελος της, η από αδήριτη ανάγκη. Τα ανήκοντα στην Εκκλησία κινητά και ακίνητα χαρακτηρίζονταν «πράγματα αφιερωθέντα τω Θεώ», άρα «αναπόσπαστα», «αναφαίρετα», «αμείωτα». Αρχή πού, εκτός σπανίων εξαιρέσεων, έγινε σεβαστή και στη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας.
3) Μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του ελληνικού Κράτους (1828), ενώ διατηρείται στη συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας η πίστη στο ιερό και αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας, με διάφορα νομοθετήματα επιβάλλεται κατά καιρούς η αναγκαστική απαλλοτρίωση τμημάτων της:
α. Η Αντιβασιλεία του Οθωνος (αλλοεθνής και προτεσταντική), πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό πού κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό Έθνος και λησμονώντας (;) την ανεκτίμητη προσφορά των ορθόδοξων Μοναστηριών στους παλαιότερους και τους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής Παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 Μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους, με το πρόσχημα να συσταθεί το «Εκκλησιαστικό Ταμείο». Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του Ταμείου αυτού, ώστε το μόνο πού συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση -εκ μέρους επιτηδείων— ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια... Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών πού διατηρήθηκαν σε λειτουργία, «χάριν θεαρέστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων». Έτσι απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.
β. Στη διάρκεια της β' και γ' δεκαετίας του 20οϋ αιώνος, μετά τους βαλκανικούς και τον α' παγκόσμιο πόλεμο, κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό Κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 («αγροτικός νόμος») και άλλους μεταγενέστερους, απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους «προφανούς ανάγκης και δημοσίας ασφαλείας». Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του 1.000.000.000 προπολεμικών δραχμών, και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο 40.000.000 δρχ. Τα υπόλοιπα 960.000.000 οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα Μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία!
γ. Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 «περί Οργανισμού Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής περιουσίας», αποφασίστηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών, παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε από τη ρευστοποίηση, σχεδόν στό σύνολο του, εξανεμίσθηκε, όταν η εθνική μας οικονομία καταποντίστηκε εξαιτίας του β' παγκόσμιου πολέμου και της ξενικής κατοχής (1940-44).
δ. Με την από 18.9.1952 «Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της ...Εκκλησίας... προς αποκατάστασιν ακτημόνων καλλιεργητών και ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων», η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος τα 4/5 (80%) της καλλιεργούμενης ή καλλιεργήσιμης αγροτικής περιουσίας της, με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δρχ. νέας (τότε) εκδόσεως. Στη Σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακήρυξη του Κράτους, ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη ατό μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία της.
4) Άλλα, με σειρά διοικητικών μέτρων, το ελληνικό Κράτος δεν επέτρεψε στην Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της, ώστε να αναπτύξει ανάλογα το πνευματικό και φιλανθρωπικό της έργο: Άλλοτε αμφισβητώντας την κυριότητα, άλλοτε χαρακτηρίζοντας ως δασικές ή διακατεχόμενες τις μοναστηριακές εκτάσεις, στην ουσία οι κρατικές Υπηρεσίες εμπόδισαν και εμποδίζουν την Εκκλησία να αξιοποιήσει την περιουσία της, με αποτέλεσμα ο ελληνικός λαός να στερείται της δυνατότητας να δεχθεί την ευεργετική στοργή της πνευματικής Μητέρας του, η οποία, παρά ταύτα, λειτουργεί περισσότερα από 400 πάσης φύσεως φιλανθρωπικά Ιδρύματα! Από την άλλη μεριά καλλιεργείται συστηματικά η εντύπωση, ότι η Εκκλησία έχει στην κατοχή της αμύθητη περιουσία, την οποία δήθεν δεν αξιοποιεί για το καλό του λαού!
ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ;
Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση), πού αποτελεί μια ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε η αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο «Ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα» (περιοδικό «Εκκλησία», 1-15.4.1987, σσ. 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένα σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα, πού εκδόθηκε από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος (το 1986), αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν:
στο Δημόσιο 43.598.000 στρέμμ.
στην Τοπ. Αυτοδιοίκηση 15.553.200 »
στην Εκκλησία 1.292.300 »
στους Συνεταιρισμούς 1.098.400 »
Από αυτά τα 1.292.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικής εκτάσεις, τα 735.300 βοσκότοποι και μόνο τα 189.900 γεωργική (καλλιεργήσιμη) γη. Δηλαδή, οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0,48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!
Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-83 «εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 στρέμ. αγροτικής γης» ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα. Το 1983 υπολογίστηκαν σε 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλειμμένες εκτάσεις αγροτικής γης (σχεδόν 3,5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης πού ανήκει στην Εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς μεγαλύτερο το ποσοστό).
Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δεν λαμβάνεται, όμως, υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα κ.λπ.), το καθένα από τα οποία αγωνίζεται —μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμεύσεων— να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος της Εκκλησίας.
Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε ιερός Ναός, πού είναι ν.π.δ.δ., μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία πού έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείριση της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις πού ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσον από την Εκκλησία, όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία πού την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητα της έχουν ανεγερθεί:
- η Ριζάρειος Σχολή,
- η Ακαδημία Αθηνών,
- το Αιγινήτειο Νοσοκομείο,
- το Μετσόβιο Πολυτεχνείο,
- το Σκοπευτήριο,
- το Πτωχοκομείο,
- η Μαράσλειος Ακαδημία,
- το Θεραπευτήριο «Ευαγγελισμός»,
- το Αρεταίειο Νοσοκομείο,
- η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή,
- οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων,
- το Νοσοκομείο Παίδων,
- το Νοσοκομείο Συγγρού,
- το Λαϊκό Νοσοκομείο, η «Σωτηρία»,
- το Ασκληπιείο Βούλας,
- η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη,
- το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης,
- το ΠΙΚΠΑ Βούλας και πολλά άλλα.
Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παρεχώρησε η Εκκλησία, προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα, ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού.
Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια. Η Εκκλησία δικαιούται να έχει περιουσία, όπως δέχθηκαν με πληθώρα αποφάσεων τους όχι μόνο ελληνικά Δικαστήρια, αλλά και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία προσέφυγαν ορθόδοξες Μονές κατά του νόμου 1700/87. Και είναι σε θέση να την αξιοποιήσει επωφελώς για τον ελληνικό λαό, αρκεί να αφαιρεθούν τα νομικά και διοικητικά δεσμά πού της έχουν κατά καιρούς επιβληθεί.
«ΠΡΟΣ ΤΟ ΛΑΟ».
Έκδοση του Γραφείου Τύπου της Ιεράς Συνόδου δαπάναις του περιοδικού «ΕΚΚΛΗΣΙΑ».
Διανέμεται δωρεάν με τη φροντίδα των Ιερών Μητροπόλεων.
Τύποις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος.
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ
ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΧΩΡΙΣΜΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Πρωτοπρ. Γεώργιος Δ. Μεταλληνός.
Υπεβλήθη ένα νομοσχέδιο από φιλελεύθερες παρατάξεις για το θέμα χωρισμού Εκκλησίας-Πολιτείας. Δεν μιλούν για διοικητικό χωρισμό, τον οποίο πρέπει κι εμείς να στηρίζουμε. «Ή παπάς παπάς ή ζευγάς ζευγάς» και να βρεί η Εκκλησία την ελευθερία που οι πολιτικοί, τα κόμματα, δεν της δίνουν. Τα κόμματα θέλουν να’ χουν υποτεταγμένο το κλήρο για να’ ναι «κομματάρες». Οπότε, λοιπόν, να αφήσουν ελεύθερο τον εκκλησιαστικό χώρο να αξιοποιήσει την εναπομείνασα περιουσία. Υπάρχει βιβλίο –και πολλά άλλα νεότερα– του 1951 του Μητροπολίτου Λαρίσσης Δωροθέου, που έγινε Αρχιεπίσκοπος μετά, επιστημονικό «Το αναπαλλοτρίωτον της εκκλησιαστικής περιουσίας». 320 απαλλοτριώσεις έγιναν από το κράτος, από το 1833 μέχρι το 1950. Ξεκοκκάλισαν ό,τι εκκλησιαστικό υπήρχε. Σήμερα, αυτό που λέμε «χωρισμός» δεν μπορεί να γίνει! Πρέπει να γίνει κτηματολόγιο, όπως έγινε στην Κύπρο. Και ξέρετε, η εκκλησία στη Κύπρο –όλο το σύνολο των πιστών– είναι δύναμις! Διότι ξέρει τι της ανήκει. Πώς θα τα χρησιμοποιήσει; Σε φτωχούς, κοινωνικά έργα. Όλα τα κάνει η Εκκλησία της Κύπρου, αφού έχει ένα τεράστιο κοινωνικό έργο. Και όλη η Εκκλησία της Ελλάδος. Αλλά αν αξιοποιηθεί η εναπομείνασα περιουσία, ό,τι μπορεί να αξιοποιηθεί –τα λειβάδια, ας πούμε, δεν αξιοποιούνται, είναι μόνο νούμερα αναξιοποίητα–, θα έχει εσωτερική δύναμη. Αυτό είναι που δεν θέλουν τα κόμματα.
Και μη πεί κανείς ότι σχετίζεται με την παρουσία του Αρχιεπ. Χριστοδούλου. Αύριο δεν θα είναι ο Χριστόδουλος, θα είναι κάποιος άλλος...
Καταλαβαίνετε λοιπόν ότι, γενικά, άρπαζαν την εκκλησιαστική περιουσία για να είναι «ζήτουλας» η Εκκλησία. Μέχρι το 1950 ο ιερεύς «ζητούσε». Π.χ. στη πατρίδα μου: ο κόσμος πλήρωνε, πήγαινε και έδινε μια εισφορά. Θυμάμαι ότι εμείς δίναμε 20.000 δρχ, τότε που ήταν ακόμη τα μηδενικά (το ’53 τα κατήργησε ο Μαρκεζίνης). Σαν να δίναμε 20 δρχ, σήμερα, στην Εκκλησία, για να μπορέσει να συντηρηθεί ο κλήρος, η Εκκλησία, κ.τ.λ..
Ήρθε ο καημένος ο Πλαστήρας, που είπε: «Έναντι όσων ήρπασε το κράτος από την Εκκλησία, θα πληρώνει τα 2/3 του μισθού των ιερέων». Το 1/3 το πληρώνει ο κλήρος και τα 2/3 τα πληρώνει το κράτος, «έναντι των όσων ήρπασε». Ξέρετε, αν ζητήσει η Εκκλησία τα όσα εκλάπησαν –γι’ αυτό τα κατέγραψε όλα ο μητρ. Δωρόθεος Λαρίσσης– πρέπει για 200 χρόνια να πληρώνει το κράτος την Εκκλησία!
Επί Μητσοτάκη προσέφυγαν 9 μοναστήρια διότι οι τοπικές δυνάμεις, καταλεηλάτησαν τα χωράφια που είχαν. {Πώς θα ζήσει και πώς θα κάμει έργο αγάπης αν δεν έχει χωράφια; Τώρα, αν πας να δώσεις μια δωρεά στην Εκκλησία, φορολογείται. Τελευταία το ΠΑΣΟΚ την είχε καταργήσει αυτή την φορολογία –δεν ξέρω σήμερα τι ισχύει· πιστεύω ότι έχει καταργηθεί.) Εν πάσει περιπτώσει, προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Ευρώπης και επεδίκασε περίπου ΤΡΙΑ ΤΡΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ δρχ, τότε, να τα δώσει η κυβέρνηση στα μοναστήρια. Αν πήρατε εσείς δεκάρα, πήραν και τα μοναστήρια... Αλλά γι’ αυτό δεν μπορούν να πούν τίποτε. Είναι ΧΡΕΩΣΤΗΣ το κράτος! Και μάλιστα θυμάμαι τότε –μπορώ να το πώ– ότι είχε πέσει εντολή στην Εκκλησία, στον αρχιεπ. Σεραφείμ, «να μη πεί τίποτα». Πήγαινα στην Ιερά Σύνοδο, στην Μονή Πετράκη –τρομερό αυτό!– και πίσω από τον ναό βλέπω να βγαίνει ο τότε ηγούμενος της μονής Πετράκη, π. Χριστοφόρος. Και μόλις με βλέπει μου λέει: «Παπα-Γιώργη μου!», άρχισε να κλαίει με αναφιλητά και έπεσε στον τράχηλό μου! Με τραβούσε κάτω (ήταν και πιο κοντός) και μου λέει «Έγκλημα στην Εκκλησία!». «Τί;» «Έπεσε εντολή στον Αρχιεπίσκοπο από ψηλά (ο νοών νοείτο, δεν είναι ανάγκη να κατηγορώ πρόσωπα!) που έλεγε “μην ανακοινώσετε την απόφαση της Ευρώπης”». Και ανακοινώθηκε μερικά χρόνια μετά, το μάθαμε από ακριτομύθεια. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, τί παιχνίδι παίζεται;
Προχθές είχαμε επαφές για το νομοσχέδιο, από τις εννιά το πρωί ως τις εννιά το βράδυ, με το ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, Συνασπισμό, ΚΚΕ κι άλλα πρόσωπα. Από το ΠΑΣΟΚ ήταν καμμιά δεκαριά πρόσωπα. Ήρθε ο κ Παπανδρέου, έμεινε λίγο και μιλήσαμε. Μετά συζητούσαμε με το «governo», με τη Δαμανάκη και με 2-3 άλλα πρόσωπα, βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Και όταν προέκυψε το θέμα της περιουσίας μου λέει η κα Δαμανάκη: «Είστε υπέρ του χωρισμού;» «Ναί. Πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τί σημαίνει χωρισμός. Αν είναι διοικητικός χωρισμός, υπάρχει, δεν είναι ανάγκη να γίνει τίποτα». Εγώ δεν μπορώ να γίνω βουλευτής, ούτε θα πάω ποτέ για βουλευτής. Ο Αρχιεπίσκοπος δεν μπορεί να γίνει πρωθυπουργός, ούτε πρόκειται. Εκτός κι αν φτάσουμε στην εσχάτη εξαθλίωση και βρεθεί ένας Τσώρτσιλ που θα πεί, «Αφού μαλώνει ο Παπανδρέου, ο γέρος, με τον Κανελλόπουλο θα αναλάβεις Δαμασκηνέ να γίνεις για 15 μέρες πρωθυπουργός και μετά ένα διάστημα αντιβασιλέας». Αλλά τότε, η Ελλάς, θα είναι στο τέρμα του θανάτου. Ό μη γένοιτο!
«Ο διοικητικός χωρισμός υπάρχει», είπα. Πήγε να πεί κάτι και της λέω «Συγγνώμη, για σκεφτείτε: τί θέλουν αυτοί που υποστηρίζουν τον χωρισμό; Αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από την ζωή του έθνους». «Καμία σχέση το έθνος με την Ορθοδοξία!» «Αυτό είναι αδύνατο να γίνει σε δύο περιοχές: στο Ισραήλ και σε μας», λέω. Τα πολιτικά κόμματα στο Ισραήλ έχουν θρησκευτικούς τίτλους και θρησκευτικά σύμβολα. Τα κόμματα είναι ενωμένα με την πίστη τους, με τον Σιωνισμό δηλαδή. Να δείτε τον πρόεδρο της Βουλής με το καπελάκι του πιστού, που αυτό το καπελάκι σημαίνει ότι είναι ορκισμένος εβραίος. Μου έλεγε η παπαδιά το 2000, όταν είμασταν κάτω για ένα συνέδριο για το Ιωβηλαίον: «Βρε παπα-Γιώργη, για σκέψου ο Κακλαμάνης να κυκλοφορεί έτσι στη Βουλή». Εδώ ούτε εικόνα δεν έχουμε στη Βουλή για να μη προσβάλουμε τους άλλους. Αλλά αν πάτε στις μουσουλμανικές Βουλές, είναι γεμάτες από τα σύμβολά τους! Το ίδιο είναι και στο Ισραήλ.
Ο χωρισμός, λοιπόν, είναι αδύνατον, σε μας. Σ’ αυτούς υπάρχει ο χωρισμός! Αυτή η μεγάλη μερίδα διανοουμένων και πολιτικών έχουνε πουλήσει και την Παναγία πλην τον Χριστό –συγγνώμη για την φράση. Αλλά σε μας δεν μπορεί να σπάσει αυτό. Δέκα άνθρωποι να μείνουν θα συνεχίζει εις τον αιώνα των αιώνων! Δεν φιμώνεται αυτό το πράγμα. Κι έτσι, ούτε στο Ισραήλ ούτε εδώ μπορούμε να μιλήσουμε για αποσύνδεση. Για χωρισμό διοικητικό, βεβαίως. Και τους είπα να ολοκληρώσουν το κτηματολόγιο για να ξέρει το κράτος τι έχει ο εκκλησιαστικός χώρος. Την περιουσία του Πατέρα μας, δεν είναι των παπάδων. Και είναι όλου του σώματος! Και να έρχεται το κράτος και να επεμβαίνει και να σου λέει πως θα τα αξιοποιήσεις... Κι αν χαθεί μια δραχμούλα να στέλνει από Αρχιεπίσκοπο μέχρι εμένα στη φυλακή! Αυτό δεν είναι το τίμιο και το σωστό.
Αυτό προσπάθησε να κάνει ο Καποδίστριας, γι’ αυτό «τον φάγανε». Ο Καποδίστριας, ο μεγάλος αυτός άνθρωπος, ήθελε να αξιοποιήσει την εκκλησιαστική περιουσία για την παιδεία και την μισθοδοσία του κλήρου. Σχολεία, νοσοκομεία, αυτά να κτίζονται συνεχώς. Για να μην έρχεται ο Δεσπότης να σου λέει «για τα γεράματά μου έχω τόσα»... Εδώ είναι που χρειάζεται ο έλεγχος του κράτους. Αλλά όχι το κλέψιμο! Μετά τον Καποδίστρια το κράτος κλέβει, αρπάζει συνεχώς. Εις οποιαδήποτε μορφή και με οποιονδήποτε τρόπο.
Η Εκκλησιαστική περιουσία και οι υποχρεώσεις του κράτους
Όλοι αυτοί οι εχθροί της Εκκλησίας που φωνασκούν, περί δήθεν εξόδων του κράτους χάριν της Εκκλησίας, και για την "μεγάλη" Εκκλησιαστική περιουσία που δήθεν δεν την εκμεταλλεύεται ο λαός, ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΥΝ την αλήθεια, που είναι πολύ διαφορετική από τις απαιτήσεις τους.
Η φιλολογία περί της εκκλησιαστικής περιουσίας είναι παλιά, δίχως όμως να δικαιολογείται πολλές φορές από τα γεγονότα και την πραγματικότητα. Θα προσπαθήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στο ταλαιπωρημένο αυτό ζήτημα. Παρακάτω, απαντάμε και στο αδαές επιχείρημα περί μισθοδοσίας των Ορθοδόξων κληρικών που έχει άμεση σχέση με την εκκλησιαστική περιουσία. Καταρρίπτεται ο βασικότερος μύθος γύρω από τον οποίο χτίστηκε η επαίσχυντη αντιεκκλησιαστική προπαγάνδα των ημερών μας.
Μετά την απελευθέρωση και τη δημιουργία του ελληνικού κράτους (1828), ενώ διατηρείται στη συνείδηση του πληρώματος της εκκλησίας η πίστη στο ιερό και αναπαλλοτρίωτο της εκκλησιαστικής περιουσίας με διάφορα νομοθετήματα επιβάλλεται κατά καιρούς η αναγκαστική απαλλοτρίωση τμημάτων της.
- Η αντιβασιλεία του Όθωνα (αλλοεθνής και προτεσταντική) πιστεύοντας ότι η περιουσία της Εκκλησίας αποτελεί θησαυρό που κληροδοτήθηκε από τους προγόνους στο ελληνικό έθνος και λησμονώντας την ανεκτίμητη προσφορά των ορθοδόξων μοναστηριών στους παλαιότερους και στους ακόμα νωπούς τότε αγώνες της εθνικής παλιγγενεσίας, με τα βασιλικά διατάγματα του 1833 και 1834 απεφάσισε τη διάλυση 416 μοναστηριών και τη διάθεση της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους με το πρόσχημα να συσταθεί το "Εκκλησιαστικό Ταμείο". Ήταν όμως τόσο κακή η σύσταση και οργάνωση του ταμείου αυτού, ώστε το μόνο που συνέβη ήταν η διαρπαγή της εκκλησιαστικής περιουσίας και η πώληση - εκ μέρους επιτηδείων - ιερών σκευών και κειμηλίων στα παζάρια. Το 1836 η απαλλοτριωτική διάθεση της Αντιβασιλείας επεκτάθηκε και στην περιουσία των Μοναστηριών που διατηρήθηκαν σε λειτουργία "χάριν θεάρεστων έργων και προς οικοδομήν ιερών και αγαθοεργών καταστημάτων". Έτσι απαλλοτριώθηκαν υποχρεωτικά και άλλες μοναστηριακές εκτάσεις, ενώ σε όσεες απέμειναν επιβλήθηκε βαρύτατη έμμεση φορολογία.
- Στη διάρκεια της δεύτερης και τρίτης δεκαετίας του 20ου αιώνα, μετά τους Βαλκανικούς και τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο κυρίως δε έπειτα από τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922), το ελληνικό κράτος επέτεινε την απαλλοτριωτική του επιβολή σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας. Με τους νόμους 1072/1917 και 2050/1920 ("αγροτικός νόμος") και άλλους μεταγενέστερους απαλοτριώθηκαν αναγκαστικά πολλές μοναστηριακές εκτάσεις για την αποκατάσταση προσφύγων και ακτημόνων και για λόγους "προφανούς ανάγκης και δημόσιας ασφαλείας". Είναι χαρακτηριστικό ότι στην περίοδο 1917 μέχρι 1930 απαλλοτριώθηκαν εκκλησιαστικές εκτάσεις αξίας άνω του ενός δισεκατομυρίου προπολεμικών δραχμών και το Κράτος κατέβαλε στο Γενικό Εκκλησιαστικό Ταμείο μόνο το 4% (40 εκατομύρια δραχμές). Τα υπόλοιπα 960 εκατομύρια οφείλονται ακόμα! Τα περισσότερα μοναστήρια καταδικάστηκαν με τον τρόπο αυτό σε μαρασμό και λειψανδρία! Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με υπολογισμούς κατά την πρώτη φάση μόνο, το 50% της γεωργική γης της εκκλησίας δόθηκε σε ακτήμονες, ενώ καη η δεύτερη φάση που ολοκληρώθηκε γύρω στο 1930 ήταν εξίσου μεγάλο το κομμάτι γης της εκκλησίας που απαλλοτριώθηκε.
- Με τον κωδ. νόμο 4684/1931 περί "Οργανισμοί Διοικήσεως Εκκλησιαστικής και Μοναστηριακής Περιουσίας" αποφασίσθηκε από την Πολιτεία η ρευστοποίηση της ακίνητης περιουσίας των Μονών παρά τις επιφυλάξεις της Εκκλησίας. Ό,τι εισπράχθηκε από τη ρευστοποίηση σχεδόν στο σύνολό του εξανεμίστηκε εξαιτίας του Β Παγκοσμίου Πολέμου και της ξενικής κατοχής (1940-44).
- Με την από 18/9/1952 "Σύμβαση περί εξαγοράς υπό του Δημοσίου κτημάτων της Εκκλησίας προς αποκατάστασιν ακτημόνων γεωργικών κτηνοτρόφων", η Εκκλησία της Ελλάδος υποχρεώθηκε να παραχωρήσει στο Κράτος το 80% της καλλιεργούμενης ή καλλιεργίσιμης αγροτικής περιουσίας της με αντάλλαγμα να λάβει κάποια αστικά ακίνητα και 45.000.000 δραχμές νέας (τότε) εκδόσεως. Στη σύμβαση του 1952 περιέχεται η διακύρηξη του κράτους ότι η απαλλοτρίωση αυτή είναι η τελευταία και δεν πρόκειται να υπάρξει νεότερη στο μέλλον, ενώ υπάρχει και η δέσμευση ότι η Πολιτεία θα παρέχει κάθε αναγκαία υποστήριξη (υλική και τεχνική), ώστε η Εκκλησία να μπορέσει να αξιοποιήσει την εναπομείνουσα περιουσία της. Στην ίδια σύμβαση καθιερώθηκε και η "μισθοδοσία" των κληρικών από τον Κρατικό Προϋπολογισμό - του δε Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών από το έτος 1980 - ως υποχρέωσις του Κράτους έναντι των μεγάλων παραχωρήσεων γης στις οποίες είχε προβεί η Εκκλησία της Ελλάδος κατά την δεκαετία 1922-32. Δηλαδή, επειδή το Κράτος αδυνατούσε να καταβάλει οποιοδήποτε αντίτιμο - όπως προέβλεπε ο νόμος του 1932 - συνεφωνήθη να μισθοδοτούνται επ' άπειρον οι κληρικοί και το Κράτος δεσμεύθηκε επ' αυτού. Καταρρίπτεται έτσι ο μύθος που προσπαθεί μάταια να διαιωνίσει ο κ. Πάγκαλος με τις αναφορές του σε "δημόσιους υπαλλήλους". Όταν η άγνοια συναντά τη θρασύτητα, το αποτέλεσμα είναι επικίνδυνο για τους θεσμούς και τη δημοκρατία.
Όταν το 1987 ψηφίστηκε από τη Βουλή ο νόμος 1700/87 (νόμος Τρίτση) που αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια για την οριστική αποψίλωση της εκκλησιαστικής περιουσίας, δόθηκε αφορμή να δημοσιευθούν σημαντικά κείμενα. Μεταξύ αυτών και ένα υπό τον τίτλο "ιδιοκτησιακό καθεστώς και αξιοποίηση της αγροτικής γης στην Ελλάδα" (περιοδικό "Εκκλησία" 1-15/4/1987, σελίδες 254-55). Με αναμφισβήτητα στοιχεία, στηριγμένο σε μελέτη των Θ. Τσούμα και Δ. Τασιούλα που εκδόθηκε επίσημως από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος λίγο αργότερα, το 1988, αποδεικνύεται ότι στο σύνολο της αγροτικής γης της Ελλάδος ανήκουν.
ΔΗΜΟΣΙΟ | 43.598.000 στρέμματα |
ΤΟΠΙΚΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ | 15.553.200 στρέμματα |
ΕΚΚΛΗΣΙΑ | 1.282.300 στρέμματα |
ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ | 1.098.400 στρέμματα |
Από αυτά τα 1.282.300 στρέμματα ιδιοκτησίας της Εκκλησίας, τα 367.000 είναι δασικές εκτάσεις, τα 745.400 βοσκότοποι και μόνο τα 169.900 γεωργική καλλιεργίσιμη γη. Δηλαδή οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της αντιστοιχούν μόλις στο 0.48% του συνόλου της γεωργικής γης της χώρας μας!
Και να ληφθεί υπόψη ότι κατά τη δεκαετία 1974-1983 "εγκαταλείπονται κάθε χρόνο από τους αγρότες και κτηνοτρόφους κατά μέσο όρο 162.400 αγροτικής γης ακαλλιέργητα και ανεκμετάλλευτα". Το 1983 υπολογίστηκαν ως 4.380.000 στρέμματα οι εγκαταλελειμμένες εκτάσεις γης (σχεδόν 3.5 φορές μεγαλύτερες από το σύνολο της γης που ανήκει στην εκκλησία, ενώ σήμερα θα είναι ασφαλώς πολύ περισσότερο).
Παρά ταύτα, στα μάτια κάποιων και η εναπομείνασα περιουσία φαντάζει μεγάλη. Δε λαμβάνεται όμως υπόψη ότι αυτή δεν ανήκει στην Κεντρική Διοίκηση (Ιερά Σύνοδο), αλλά σε περισσότερα από 10.000 εκκλησιαστικά νομικά πρόσωπα (Μητροπόλεις, Ναούς, Μονές, Προσκυνήματα, Ιδρύματα, Κληροδοτήματα και άλλα) το καθένα από τα οποία αγωνίζεται - μέσα από τον κυκεώνα των νομικών και διοικητικών δεσμέυσεων - να διαφυλάξει την κυριότητα και να αξιοποιήσει τα όσα του ανήκουν περιουσιακά στοιχεία, για το καλό του πληρώματος και της εκκλησίας.
Δηλαδή κάθε Μονή και κάθε Ιερός Ναός που είναι ΝΠΔΔ (Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου), μεριμνούν για τη συνήθως μικρή περιουσία που έχουν, φροντίζοντας για την έντιμη διαχείρισή της και τηρώντας τις αυστηρές διατάξεις που ισχύουν για τα νομικά πρόσωπα. Η διαχείριση αυτή υπόκειται σε τακτικό έλεγχο τόσο από την Εκκλησία όσο και από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κοινωνικής προσφοράς, όχι και το μοναδικό, αποτελεί η Ιερά Μονή Ασωμάτων Πετράκη (Αθήνα). Έχοντας στην κατοχή της σημαντική περιουσία που την απέκτησε κατά τον 17ο και 18ο αιώνα με αγορές των ηγουμένων της (σώζονται στο αρχείο της τα σχετικά έγγραφα), αναδείχθηκε ο μεγαλύτερος κοινωνικός ευεργέτης των Αθηνών. Σε δωρηθέντα ακίνητά της έχουν ανεγερθεί:
- η Ριζάρειος Σχολή,
- η Ακαδημία Αθνών,
- το Αιγινήτειο Νοσοκομείο,
- το Μετσόβειο Πολυτεχνείο,
- το Σκοπευτήριο,
- το Πτωχοκομείο,
- η Μαράσλειος Ακαδημία,
- το Θεραπευτήριο "Ευαγγελισμός",
- το Αρεταίειο νοσοκομείο,
- η Αγγλική Αρχαιολογική Σχολή,
- οι Αστυνομικές Σχολές στην οδό Μεσογείων,
- το Νοσοκομείο Παίδων,
- το Νοσοκομείο Συγγρού,
- το Λαικό Νοσοκομείο "Σωτηρία",
- το Ασκληπείο Βούλας,
- η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη,
- το Ορφανοτροφείο Βουλιαγμένης,
- το ΠΙΠΚΑ Βούλας
- Ιπποκράτειο Νοσοκομείο,
- Γηροκομείο,
- Εθνική Βιβλιοθήκη,
- Πανεπιστήμιο Αθηνών
- 142 Δημοτικά, Γυμνάσια και Λύκεια της Αττικής
και πολλά άλλα...
Βεβαίως, κανείς δε φρόντισε να μνημονεύονται αυτά, έστω σε μία επιγραφή επί των ανεγερθέντων κτιρίων.
Το δε Δημόσιο έχει γίνει πολλές φορές αποδέκτης εκτάσεων μεγάλης αξίας, τις οποίες παραχώρησε η Εκκλησία προκειμένου να λειτουργήσουν κατασκηνώσεις, να ανεγερθούν σχολεία, ιδρύματα, γυμναστήρια, στρατόπεδα ή να δημιουργηθούν κοινόχρηστοι χώροι για την αναψυχή του λαού. Αυτή, εν συντομία, είναι η αλήθεια.
Η Εκκλησια δικαιούται να έχει περιουσία, όπως δέχθηκαν με πληθώρα αποφάσεών τους όχι μόνο ελληνικά δικαστήρια, αλλά και η Ευρωπαική Επιτροπή Δικαιωμάτων του Ανθρώπου του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην οποία προσέφυγαν Ορθόδοξες Μονές κατά του νόμου 1700/87. Και είναι σε θέση να την αξιοποιήσουν επωφελώς για τον ελληνικό λαό, αρκεί να αφαιρεθούν τα νομικά και διοικητικά δεσμά που της έχουν κατά καιρούς επιβληθεί.
Μετά από όλα αυτά, μπορούμε να αντιληφθούμε το πραγματικό μέγεθος της προσφοράς της Εκκλησίας στην ανάπτυξη της Ελλάδος, όπως επίσης και το πραγματικό μέγεθος της εναπομείνουσας περιουσίας της, το οποίο επαναλαμβάνουμε, ανήκει σε περισσότερο από δέκα χιλιάδες διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Όσο για τη μισθοδοσία την κληρικών, αυτή αποτελεί υποχρέωση του κράτους προς την εκκλησία, την οποία αποδέχτηκε και υπέγραψε με δική του πρωτοβουλία το ίδιο το κράτος το 1952, επειδή ακριβώς αδυνατούσε να καταβάλλει το αντίτιμο που είχε συμφωνηθεί 20 χρόνια νωρίτερα και που είχε διογκωθεί πολλαπλάσια και είχε ήδη καταστεί δυσβάσταχτο χρέος ακόμη και για το κράτος.
από την ιστοσελίδα Αντίβαρο http://www.antibaro.gr
Εκκλησιαστική Περιουσία και Μισθοδοσία των Κληρικών τον 19ο αι.
Προτάσεις νέων ρυθμίσεων στις σχέσεις Εκκλησίας-Πολιτείας
Σάββατο 6 Μαΐου 2006
Αρχίζω τον λόγο μου με μερικά περιστατικά που πιστεύω ότι θα μας βοηθήσουν να πλησιάσουμε καλύτερα στο θέμα μας:
I. Όταν υποψιάσθηκαν οι Οθωμανοί την έκρηξη της επαναστάσεως «προσεκάλεσαν ευσχήμως εις Τρίπολιν και ως ενέχυρα καθείρξαν εις σκοτεινήν φυλακήν» τους οκτώ αρχιερείς. Και τούτων οι μεν πέντε του μακαρίου έτυχον τέλους εν τη ειρκτή τελευτήσαντες των δε λοιπών δύο μεν είδον πάλιν του ηλίου ημιθνήτες και σκελετώδεις».
II. Τη μεν 5ην Απριλίου 1822 υπεγράφη νόμος «περί συνάξεως των χρυσών και αργυρών σκευών των Μοναστηρίων και Εκκλησιών προς διατροφήν των αγωνιζομένων πενήτων, και τας ανάγκας του πολέμου. Συνήχθησαν δε περίπου λίτραι δισχίλιαι τετρακόσιαι (ή 800 οκάδες) αργύρου, και νόμισμα από τούτων ήθελεν κόπτεσθαι »
III. Στις 8 Οκτωβρίου 1829 ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Καποδίστριας έγραφε προς τους ιερωτάτους Μητροπολίτας, θεοφιλεστάτους Επισκόπους: «ότι η επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματείαν, είναι δύο υπηρεσίες αχώριστες ως μίαν εχούσας αρχήν, τον Πατέρα των Φώτων, και προς ένα συντρεχούσας σκοπόν, την ηθικήν των πολιτών διαμόρφωσιν».
IV. Σε γράμμα του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο της Βαυαρίας διαβάζουμε: « η πνευματική αρχή του κλήρου της χώρας θα μπορούσε να γίνει επικίνδυνη για τον κοσμικό άρχοντα και θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος καθυποτάξεώς του».
V. Γάλλος υπουργός σχολιάζει το γεγονός του χωρισμού της Εκκλησίας από το Πατριαρχείο ως εξής: «Έτσι συνέβηκε χωρίς δυσκολία και με την συναίνεση του ανώτερου κλήρου ο χωρισμός της Ελληνικής Εκκλησίας από την Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, πράγμα στο οποίο η Αντιβασιλεία είχε προσδώσει τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα, ο πρωταρχικός σκοπός του οποίου είναι εμφανώς να μετακινήσει τούς μελλοντικούς ισχυρούς τρόπους επιρροής της Ρωσσίας».
VI. Ο αντιβασιλεύς Μάουερ θα ομολογήσει «Κι όσο για μένα, πείστηκα ότι αυτό το παγκόσμιας σημασίας ιστορικό κείμενο (του χωρισμού δηλ. της Εκκλησίας μας από το Οικουμενικό Πατριαρχείο) θα σφραγίσει την αρχή μίας νέας εποχής και όχι μόνο για την ελληνική εκκλησία».
Τα τρία πρώτα περιστατικά συγκρούονται με τα υπόλοιπα τρία. Στα πρώτα απεικονίζεται η περιέχουσα το Γένος Εκκλησία και στα άλλα η μετάλλαξή της σε μία κρατική υπηρεσία, εξάρτημα μιας Γραμματείας.
Σ' αυτή την εποχή ανάγεται και το συζητούμενο θέμα της Εκκλησιαστικής περιουσίας και του μισθολογίου των κληρικών μας.
Στην Δ' Εθνική συνέλευση των Ελλήνων στο ʼργος στις 11 Ιουλίου 1829 αποφασίσθηκε: «Η κυβέρνησις θέλει συστήσει Γαζοφυλάκιον (Ταμείον) υπό την ιδίαν της άμεσον διεύθυνσιν, εις το οποίον θέλει αποτίθεσθαι τα συλλεγόμενα χρήματα, προσδιωρισμένα εξηρημένως εις βελτίωσιν του Ιερατείου, εις ... υποστήριξιν των αλληλοδιδακτικών σχολείων, ... δια ...τους αφιερωθησομένους εις την σπουδήν των τε επιστημών, των τεχνών...»
Στην απόφαση αυτή της συνελεύσεως στηρίζει την υλοποίηση του σχεδίου του ο Κυβερνήτης Καποδίστριας καλώντας σε συνεργασία τους Επισκόπους « σκοπός του έθνους και της κυβερνήσεως, όστις είναι η βελτίωσις του κλήρου, .. ίνα σχολάζοντες των βιωτικών μεριμνών ενασχολώνται επιμελέστερον περί την υπηρεσίαν των θείων και την των ψυχών παιδαγωγίαν και προστασίαν».
Η αντιβασιλεία του Όθωνος που έφθασε στην Ελλάδα στις 18 Ιανουαρίου 1833 θέλησε να δώσει συνέχεια χωρίς όμως να έχει γεύση της Ελληνικής πραγματικότητος.
Καταργήθηκαν τετρακόσια περίπου Μοναστήρια η περιουσία αυτών περιήλθε στο δημόσιο και τα διατηρούμενα επλήρωναν φόρον, Ομοίως η περιουσία των ενοριακών ναών περιήλθε στους Δήμους. Διαβάζουμε στα πρακτικά της Επιτροπής: «Εκρίθ? επάναγκες, οι μεν επίσκοποι να μισθοδοτώνται αυτάρκως και αναλόγως του χαρακτήρος των κατ ευθε?αν παρά της Κυβερνήσεως.., οι δε πρεσβύτεροι διάκονοι και λοιποί υπηρέται των Εκκλησιών, κυρίως μεν παρά των Κοινοτήτων. όταν δε οι πόροι της Κοινότητος δεν εξαρκο?ν, η Κυβέρνησις να αναπληροί το ελλείπον από των προειρημένων πόρων». (Πρακτικά 26 Απριλίου 1833)
«Ελήφθη υπ όψιν το περί μισθοδοσίας του κλήρου και απεφασίσθη, ότι πρέπει να συσταθή εις εκάστην κοινότητα Εκκλησιαστικόν Ταμείον εις το οποίον θέλουν σύγκεισθαι τα εκ των ανηκόντων εις τας Εκκλησίας κτημάτων εισοδήματα. Από το ταμείον τούτο .., θέλουν μισθοδοτείσθαι οι εν αυτώ υπηρετούντες. και ... ει ελλείπουσι, θέλουσι αναπληρούσθαι παρά της Κυβερνήσεως (δηλ. από τους προγραμματισμένους πόρους των μοναστηριακών κτημάτων)» (Πρακτικά 27 Απριλίου 1833).
Το Ταμείο αυτό γρήγορα κατέρρευσε διότι η περιελθούσα στους Δήμους ενοριακή περιουσία κατασπαταλήθηκε ή αφομοιώθηκε με την δημοτική.
Δημιουργήθηκε όμως Ειδικόν Ταμείον εκ της περιουσίας των Μοναστηριών. Διαβάζουμε: «Ελήφθησαν εις σκέψιν και εθεωρήθη επάναγκες το να συστηθή ιδιαίτερον ταμείον υπό την άμεσον διαχείρισιν της Κυβερνήσεως και την επιστασίαν επιτροπής επί τούτω διοριζομένης τούτο θέλει επαρκεί προς μισθοδοσίαν των Επισκόπων, ... προς εκπαίδευσιν του Κλήρου, προς οικοδομήν Εκκλησιών,» (Πρακτικά 28 Απριλίου 1833).
«Εν τη σημερινή συνεδριάσει ενεκρίθη το Ταμείον τούτο να σύγκειται κυρίως από τα εισοδήματα των υπαρχόντων μοναστηρίων και των εις τας επισκοπικάς ανηκόντων κτημάτων Η Διοίκησις των κτημάτων τούτων ανατίθεται εις την Κυβέρνησιν δια την προσδιορισθείσαν χρήσιν». (Πρακτικά 29 Απριλίου 1833)
Στο εισηγητικό κείμενο της Επιτροπής προς την Κυβέρνηση διαβάζουμε: «Η Ελλάς έχει πόρον πλουσιώτατον εις διατροφήν του κλήρου, τα κτήματα των μοναστηρίων... Ταύτα, καλώς διοικούμενα και οικονομούμενα, θέλουσι παρέχει άφθονα εισοδήματα. Αλλ εκτός των μοναστηριών υπάρχουν και άλλα των Επισκοπών? , και μόνον τα εις Εκκλησίας ανήκοντα ως μικρά, αφίνονται εις τας κοινότητας προς χρήσιν των Εκκλησιών και του κλήρου αυτών, δι επιτρόπων κατ έτος εκλεγομένων και υπευθύνων καθισταμένων Εύλογον προσέτι κρίνομεν να διοικώνται και οικονομώνται τα μοναστηριακά και επισκοπικά κτήματα παρ επιτροπής επίτηδες προς τούτο διωρισμένης, και όχι αμέσως παρά της επί των οικονομικών Γραμματείας της Επικρατείας, ούτε να συνάγωνται τα εισοδήματα αυτών εις το Ταμείον της Επικρατείας, ? η κυβέρνησις θέλει διαγράψει και τον τρόπον και τον κανονισμόν της οικονομίας και διοικήσεως των περί ων ο λόγος κτημάτων».
Το υπουργικό Συμβούλιο ενέκρινε την εισήγησιν της επιτροπής κατά τις συνεδρίες των 27 και 28 Ιουνίου (9 και 10 Ιουλίου) 1833 και αποστέλλει την γνωμοδότησή του προς την Ιεράν Σύνοδο ζητώντας την όσο το δυνατόν ταχύτερον εγκριτική της απόφαση. Γράφει ο επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεύς Σ. Τρικούπης: «Περιμένοντες (λέγει),ό τάχιον, την απόφασιν της ιεράς Συνόδου...κρίνομεν ουσιωδέστατον το περί συστάσεως του Εκκλησιαστικού Ταμείου, καθ όσον αφορά τα Εκκλησιαστικά κτήματα, συμφώνως με τα εις το α΄ ψήφισμα της εν ʼργει Δ Εθνικής Συνελεύσεως διαλαμβανόμενα. Η απάντηση κρίνεται κατεπείγουσα, καθ όσον, εκτός της μισθοδοσίας του ιερού Κλήρου, τα σχολεία του Κράτους, παραμεληθέντα τοσούτους ήδη μήνας δι έλλειψιν χορηγίας διαρκούς, κινδυνεύουν να παραλύσουν».
Στην απάντησή της η Ιερά Σύνοδος υπογραμμίζει: «τα εισοδήματα εκ της περιουσίας των μοναστηρίων προορίζονται για την διατήρησιν του κλήρου, εις την ευκοσμίαν των ναών και εις την δημοσίαν εκπαίδευσιν».
Στις 13 Οκτωβρίου 1834 δημοσιεύθηκε το Διάταγμα «περί συστάσεως Εκκλησιαστικού Ταμείου»
Σε τέσσερα χρόνια είχε δοθεί ήδη η εικόνα, ότι το Εκκλησιαστικό Ταμείο είχε ξεφύγει από τον αρχικό σκοπό χωρίς καμία οικονομική συμπαράσταση του κλήρου.
Η Πολιτεία για να καλύψει τα ακάλυπτα προέβη σε δήθεν μεταρρύθμιση και εξέδωκε στις 13 Ιανουαρίου 1838 διάταγμα «Περί διαλύσεως της Επιτροπής του Εκκλησιαστικού Ταμείου». Με το διάταγμα αυτό για λόγους οικονομίας οι αρμοδιότητες της προηγουμένης Ειδικής Επιτροπής περιέχονται «εις την επί των εκκλησιαστικών Γραμματείαν».
Αλλά και πάλι στις 29 Απριλίου 1843 με άλλο Διάταγμα η όλη κινητή και ακίνητη εκκλησιαστική περιουσία περιέρχεται εις το Δημόσιο του οποίου η επί των οικονομικών Γραμματεία αναλαμβάνει όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις «αποκλειστικώς εις την βελτίωσιν του κλήρου καθόσον, η της υπηρεσίας ταύτης ειδικότης εγγυάται πληρεστέραν εις αυτήν επιτυχίαν».
Δεν συμπληρώθηκαν δέκα χρόνια ζωής του Εκκλησιαστικού Ταμείου και μία τεράστια Εκκλησιαστική περιουσία καταπόθηκε στην κρατική χοάνη και σπαταλήθηκε άσωτα χωρίς να ανταποκριθή ούτε επ ελάχιστον στις βασικές υποχρεώσεις του απέναντι στον εφημεριακό κλήρο.
Μετά 85 χρόνια ο Μητροπολίτης Αθηνών και Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου Μελέτιος Μεταξάκης θα εκφράσει την απορία του για την κατασπατάληση αυτή και θα ζητήσει εξηγήσεις για την περιουσία. Πρότεινε εφ όσον το Κράτος δεν δύναται να ανταποκριθεί στις αναληφθείσες υποχρεώσεις του «να επιστραφή η περιουσία αυτή στην Εκκλησία».
Ο ίδιος θα γράψει ότι η απάντησις του Υπουργείου επί του τεθέντος θέματος ήταν: « τα βιβλία του Γενικού Εκκλησιαστικού Ταμείου, τα κτηματολόγια και τα λογιστικά της περιουσίας ταύτης δεν υφίστανται πλέον, καέντα εις πρόσφατον εν τοις γραφείοις του Υπουργείου Πυρκαϊάν».
Ωστόσο και μετά το 1850 όταν άρχισαν να δημιουργούνται οι υποδομές του Κράτους παραχωρήθηκαν διαφοροτρόπως προς αυτό εκ μέρους της Εκκλησίας μεγάλης αξίας οικοπεδικές εκτάσεις. Επ αυτών ανηγέρθησαν κτίρια που όχι μόνον κάλυψαν και καλύπτουν θρησκευτικές, εθνικές, πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες αλλά και στόλισαν οικοδομικά την πόλη των Αθηνών.
* Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας κ. Ιερώνυμος (κατά κόσμο Ιωάννης Λιάπης) γεννήθηκε το 1938 στα Οινόφυτα Βοιωτίας. Σπούδασε θεολογία στην Αθήνα. Χειροτονήθηκε το 1967 Διάκονος και Πρεσβύτερος. Διετέλεσε Πρωτοσύγκελλος της Ι. Μ. Θηβών και Λεβαδείας (1967-1978) και Αρχιγραμματέας της Ιεράς Συνόδου (1987-1991). Εξελέγη και χειροτονήθηκε Μητροπολίτης το 1981.