του Αρχιμ. Γρηγορίου Παπαθωμά, καθηγητή Ορθοδόξου Θεολογικού Ινστιτούτου Άγιος Σέργιος Παρισίων - Σάββατο 22 Ιανουαρίου 2005
Το γεγονός ότι η Εκκλησία εμφανίζεται στο προσκήνιο της Ιστορίας ως Σώμα και ως ανοιχτή πραγματικότητα, όπου καλούνται να μετάσχουν αδιακρίτως όλοι οι άνθρωποι, φανερώνει ότι αναστέλλει μόνη της και ηθελημένα κάποια κριτήρια ομοιομορφίας, επιφανειακής τακτοποίησης, οργανωτικής αποτελεσματικότητας, κ.τ.τ., που διακρίνουν τους εγκόσμιους οργανισμούς και τους διανθρώπινους θεσμούς. Αναλαμβάνοντας τον κόσμο στο Σώμα της με την ενσάρκωση του Χριστού που γιορτάσαμε μόλις πριν από λίγο, είχε πλήρως τη συνείδηση του ρίσκου για αλλοιώσεις, αλλοτριώσεις, παραχαράξεις και διολισθήσεις, που θα της προκαλούνταν από την πρόσληψη αυτή. Ήταν ελεύθερη επιλογή της και την υφίσταται καθημερινά και εκούσια στο Σώμα της για λόγους σαφώς σωτηριολογικούς. Δεν αποθαρρύνεται όμως από τις αρνητικές συνέπειες αυτού του συμφυρμού. Διαθέτει ένα οντολογικό και αποκαλυπτικό απόθεμα, για να μπορεί να χαράσσει πορεία μέσα στο αδιέξοδο, από μόνο του, κτιστό, ακριβώς γιατί θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο και την Δημιουργία στο επέκεινα του κτιστού.
Ο πρώτος πειρασμός αλλοίωσης της Εκκλησίας είναι η κάθε απόπειρα ορισμού της. Από τους Πατέρες και τους Διδασκάλους της κληρονομήσαμε μια διαπίστωση: Η Εκκλησία δεν ορίζεται, δεν έχει ορισμό. Και όμως παλαιότερα, σήμερα και παντού ακούμε τον αρκετά ελαφρύ και κοινότυπο ορισμό που μαρτυρεί μεταξύ άλλων και το μέγεθος της «βαβυλώνειας αιχμαλωσίας» (π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ) της θεολογίας μας, ότι η Εκκλησία αποτελείται από τον λαό, ως τη βάση, και τον κατώτερο και ανώτερο κλήρο, την ηγεσία της Εκκλησίας, την ιεροκρατία, προσδίδοντας μάλιστα, μια πυραμιδοειδή μορφή στην έκφρασή της. Αυτό έχει σαφώς συνέπειες στην εκκλησιολογία και στη ζωή της Εκκλησίας, άρα και στη σωτηριολογία της, γιατί γεννά άλλο ήθος διαφορετικό από αυτό που χαρίζει το διηνεκές και πολυεδρικό συστατικό στοιχείο του εκκλησιαστικού σώματος.
Ένας τρόπος να απομακρύνει την αλλοίωση για να μην καταστρατηγηθεί η πορεία του είναι να διερευνά το ίδιο το εκκλησιαστικό σώμα τι ήθος και τι θεολογία υπήρχε πριν την εισαγωγή/παρείσφρηση της διολίσθησης, για να διατηρεί τη δυναμική επαφής με τον «μίτο της Αριάδνης» και να πορεύεται.
Ένα λοιπόν κυρίαρχο ζήτημα που έχει να κάνει με το προτεινόμενο θέμα είναι η εξουσιαστική δομή και (ιεραρχική) μορφή που προσέλαβε η Εκκλησία στον «ορισμό» και την έκφρασή της, με αποτέλεσμα να ανασταλούν και να περιθωριοποιηθούν συστατικές της λειτουργίες και συστατικά χαρίσματα μέσα στο Σώμα της, και να έχουμε άλλο ήθος, άλλο είδος σωτηριολογικής απόπειρας, άλλη μορφή εσχατολογίας και, κατ επέκταση, ετεροκεντρισμένη δραστηριότητα και πορεία. Όσο κι αν αυτό περιγράφεται εδώ απλά και περιληπτικά, το ζήτημα είναι αρκετά σύμπλοκο με ορατές τις συνέπειες στην καθημερινότητα και στην κρίση ταυτότητας που διακρίνει το εκκλησιαστικό μας σώμα.
Η Εκκλησία πάντοτε, στην απρόσωπη ομοιομορφοποίηση των ανθρώπων, κατέφασκε και πλειοδοτούσε την ετερότητα των χαρισμάτων, αναπτύσσονταν μέσα από την διαφορετικότητα των προσώπων και συνίστατο ως Σώμα εκεί που κοινωνούσαν οι ετερότητες. Η Εκκλησία δεν γνωρίζει στη ζωή της λέξεις που απηχούν βαθύτερες υπαρξιακές καταστάσεις όπως μαζοποίηση, απρόσωπη συσπείρωση, οργανωσιακό συσχηματισμό, εξουσιαστική σχέση, αξιωματική υποβάθμιση, ομοιομορφοποίηση, καταναγκασμό, εξαρτήσεις και επιδράσεις πυραμιδοειδών σχέσεων, κ.τ.τ. Έχει άλλες αφετηρίες, άλλη πορεία και άλλες προοπτικές. Αυτό καταφαίνεται και στο γεγονός πως συνίσταται πολυχαρισματικά και όχι μονοχαρισματικά η Εκκλησία σε Σώμα.
Από την ιστορική αφετηρία της, τον 1ο αιώνα, όπως μας το διασώζει ο άγ. Ιππόλυτος Ρώμης (τέλη 2ου-αρχές 3ου αιώνα), η Εκκλησία διέκρινε τέσσερα χαρίσματα και τα θεωρούσε ως από κοινού συστατικά χαρίσματα-στοιχεία του εκκλησιαστικού σώματος, της τοπικής Εκκλησίας όπως επικράτησε σωστά να λέγεται σήμερα. Αυτά ήταν: ο επίσκοπος, οι πρεσβύτεροι, οι διάκονοι, οι λαϊκοί, απαρτίζοντας και τα τέσσερα χαρίσματα τον «λαό του Θεού». Η σχέση τους ήταν καθαρά σχέση κοινωνίας και αλληλοπεριχώρησης, και όχι, όπως η μεταγενέστερα εισαγόμενη ιεραρχική διαβάθμιση, σχέση ιεραρχική και, κατ επέκταση, σχέση εξουσιαστική. Η εισήγηση έχει μεταξύ άλλων στόχο να παρουσιάσει την δομή σχέσης των τεσσάρων χαρισμάτων ως συστατικών στοιχείων της τοπικής Εκκλησίας και κυρίως να καταδείξει τις συνέπειες στην σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα, που προέρχονται από την καταστρατήγηση της διαχρονικής πρακτικής της αποτυπωμένης στο πατερικό έργο «Αποστολική Παράδοση» του Ιππολύτου Ρώμης, την παραχάραξη, ηθελημένη ή αθέλητη, του πατερικού ήθους και την αντικατάστασή του με πρακτικές που δεν έχουν να κάνουν ούτε με την Εκκλησία, ούτε με αυτό που επαγγέλλεται.
*Ο π. Γρηγόριος Παπαθωμάς γεννήθηκε το 1960, σπούδασε Νομικά και Θεολογία στο Α.Π.Θ. και Κανονικό Δίκαιο και Θρησκειολογία στο Παρίσι. Είναι καθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο Paris 13. Είναι μέλος της Συντακτικής επιτροπής του ορθόδοξου γαλλικού περιοδικού Contacts, διευθύνει την εκδοτική Σειρά Νομοκανονικά και ειδικεύεται σε θέματα εκκλησιαστικής ιστορίας και ιδιαίτερα με το λόγο της ορθοδόξου θεολογίας στην Ευρώπη. Πολλά βιβλία και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα γαλλικά.
*Ο π. Γρηγόριος Παπαθωμάς γεννήθηκε το 1960, σπούδασε Νομικά και Θεολογία στο Α.Π.Θ. και Κανονικό Δίκαιο και Θρησκειολογία στο Παρίσι. Είναι καθηγητής στο Ορθόδοξο Ινστιτούτο του Αγίου Σεργίου στο Παρίσι και στο Πανεπιστήμιο Paris 13. Είναι μέλος της Συντακτικής επιτροπής του ορθόδοξου γαλλικού περιοδικού Contacts, διευθύνει την εκδοτική Σειρά Νομοκανονικά και ειδικεύεται σε θέματα εκκλησιαστικής ιστορίας και ιδιαίτερα με το λόγο της ορθοδόξου θεολογίας στην Ευρώπη. Πολλά βιβλία και μελέτες του έχουν δημοσιευθεί στα γαλλικά.